Aside

ΤΡΟΧΑΙΟ – ΑΠΟΖΗΜΙΩΣΗ ΛΟΓΩ ΗΘΙΚΗΣ ΒΛΑΒΗΣ & ΠΡΟΣΘΕΤΗ ΠΑΡΟΧΗ
(αρ. 931, 932 ΑΚ)
Προσωρινό αρχείο
Η αντίδικος κατέστη πρόξενος τροχαίου ατυχήματος, όταν από υπαιτιότητάς της, οδηγώντας το ΙΧΕ αυτοκίνητο της ιδιοκτησίας της, μέσα στην πόλη της Πρέβεζας, χωρίς να ενεργοποιήσει τα φώτα έκτακτης ανάγκης, ακινητοποίησε το όχημά της μπροστά στην ΑΤΕ Πρέβεζας, παραπλεύρως άλλου σταθμευμένου οχήματος (διπλοπαρκάρησε) και άνοιξε την πόρτα της για να κατέβει. Αποτέλεσμα της αμελούς αυτής συμπεριφοράς της, ήταν να τραυματίσει με την πόρτα, διερχόμενο οδηγό μοτοποδηλάτου ο οποίος εκινείτο ομόρροπα και επιχείρησε να διέλθει της οδού εντός του ρεύματος πορείας του, με μηδενική ταχύτητα (η γωνία της πόρτας τον βρήκε στο πρόσωπο), και να τον ανατρέψει.
Το Δικαστήριο έκρινε πρωτοδίκως ότι ο εντολέας μας δεν βαρύνεται με κάποιο πταίσμα που να συνδέεται αιτιωδώς με την πρόκληση του ατυχήματος, όμως ο ίδιος συνέβαλλε στον τραυματισμό του οφθαλμού του κατά ποσοστό 30% επειδή δεν φορούσε κράνος. Το Δικαστήριο του επιδίκασε χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, πλην όμως απέρριψε το αίτημά του για επιδίκαση πρόσθετης χρηματικής ικανοποίησης κατ’ άρθρ. 931 ΑΚ λόγω πρόκλησης διαλείπουσας επιφοράς δακρυϊκού πόρου του δεξιού οφθαλμού λόγω διακοπής αυτού (κόπηκε το σωληνάκι του δακρυϊκού πόρου και η χειρουργική επέμβαση που ακολούθησε δεν αποκατέστησε πλήρως τη λειτουργία του), συνεπεία του ατυχήματος.
Το Εφετείο αποδεχόμενο την αποκλειστική υπαιτιότητα της εναγομένης, δέχθηκε ότι ο συγκεκριμένος τραυματισμός συνιστά μόνιμη αναπηρία και λαμβάνοντας υπόψιν τις επιπτώσεις που θα έχει αυτός όσον αφορά την επαγγελματική, οικονομική και κοινωνική ανέλιξή του, υποχρέωσε την εναγόμενη να καταβάλει στον ενάγοντα πέραν της ηθικής βλάβης και πρόσθετη χρηματική ικανοποίηση λόγω μόνιμης αναπηρίας.
Υπόθεση του γραφείου μας.

Aside

ΣΥΚΟΦΑΝΤΙΚΗ ΔΥΣΦΗΜΗΣΗ ΔΙΑ ΤΗΣ ΚΑΤΑΘΕΣΗΣ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟΥ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΩΝ ΜΕΤΡΩΝ ΠΟΥ ΠΕΡΙΕΧΕΙ ΠΡΟΣΒΛΗΤΙΚΕΣ ΕΚΦΡΑΣΕΙΣ– ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ – ΔΙΑΤΡΟΦΗ – ΑΠΑΛΛΑΓΗ ΑΠΟ ΑΥΤΗ ΤΟΥ ΜΗ ΥΠΑΙΤΙΟΥ ΣΥΖΥΓΟΥ – ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΤΕΚΝΩΝ
Άρθρα 914 AK, 176, 362, 363, 367 Π.Κ, 666, 667, 670, 671.673,675 681β, 907, 910 α 4 ΚΠολΔ, 1390, 1391, 1392 παρ.2, 1485, 1486, 1489 παρ.2, 1493, 1495 1496, 1498, 1510 παρ.1, 1511, 1513, 1514, 1518 ΑΚ
ΑΡ. ΑΡΧΕΙΟΥ ΜΑΣ 2964

Ενάγουσα σύζυγος στρέφεται με αγωγή εναντίον του συζύγου της, ισχυριζόμενη ότι έπεσε θύμα συκοφαντικής δυσφήμησης από τον ίδιο, και ζητά να της καταβληθεί χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, διότι ο τελευταίος μεταχειρίστηκε ιδιαίτερα προσβλητικές φράσεις εναντίον της, (περί μοιχείας), οι οποίες περιλαμβάνονταν στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που είχε καταθέσει ο τελευταίος κατά της ενάγουσας σε προγενέστερο χρόνο και με την οποία ζητούσε την μετοίκηση της ίδιας αλλά και των δύο ανήλικων τέκνων τους από την οικία.
Εν τω μεταξύ μεσολάβησαν άλλες δίκες για τη λύση του γάμου, ανάθεση επιμέλειας, διατροφή τέκνων και συζύγου.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας που εκδίκασε την ανωτέρω αγωγή της συζύγου (ενάγουσας), δεν δέχτηκε ότι ο εναγόμενος τέλεσε το αδίκημα της συκοφαντικής ή απλής δυσφήμησης, όμως δέχτηκε ότι αποδείχθηκε ο ειδικός σκοπός εξύβρισης του εναγομένου απορρίπτοντας σχετική ένστασή του περί ενάσκησης δικαιώματος. Επίσης, το Δικαστήριο δέχτηκε την ύπαρξη υπαιτιότητας του εναγομένου που απαιτεί ο νόμος για την ικανοποίηση της αξίωσης χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης της ενάγουσας, σε αντίθεση με την αντικειμενική ευθύνη του προσβάλλοντος που καθιερώνει ο νόμος μόνο ως προς την αξίωση άρσης της προσβολής και παράλειψής της στο μέλλον. Κατά της ανωτέρω απόφασης ασκήθηκαν εφέσεις εκατέρωθεν που συνεκδικάσθηκαν από το Τριμελές Εφετείο Ιωαννίνων το οποίο δέχτηκε εν μέρει την ανωτέρω αγωγή.
Κατόπιν, με απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας η οποία δέχθηκε υπαιτιότητα αμφότερων των συζύγων, λύθηκε ο γάμος των ανωτέρω αντιδίκων, για την λύση του οποίου ασκήθηκαν εκατέρωθεν αντίθετες αγωγές διαζυγίου λόγω ισχυρού κλονισμού. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση μόνο από την εκκαλούσα σύζυγο η οποία όμως απορρίφθηκε, διότι το Δικαστήριο αποφάσισε ότι το γεγονός, πως στο αιτιολογικό της πρωτόδικης απόφασης με την οποία λύθηκε ο γάμος, γινόταν δεκτό ότι ο ισχυρός κλονισμός του γάμου αφορούσε και το πρόσωπό της εκκαλούσας, δεν θα είχε καμιά επίδραση στις έννομες σχέσεις της.
Επί της αγωγής της ενάγουσας συζύγου ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας, με την οποία ζητούσε να της ανατεθεί η επιμέλεια των δύο ανήλικων τέκνων της, και να της επιδικασθεί διατροφή τόσο για την ίδια όσο και για τα τέκνα της, εκδόθηκε απόφαση με την οποία έγινε δεκτή η αγωγή. Κατά της απόφασης αυτής ασκήθηκε έφεση από τον εκκαλούντα εναγόμενο σύζυγο ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων το οποίο δέχτηκε ότι η εφεσίβλητη σύζυγος ορθά διέκοψε την έγγαμη συμβίωσή της με τον τελευταίο για εύλογη αιτία και πως δικαιούται διατροφή από αυτόν, η οποία, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η σύζυγος εφεσίβλητη διατηρούσε εξωσυζυγικό δεσμό, (κατά τους ισχυρισμούς του εκκαλούντος συζύγου) το γεγονός αυτό, δεν θα οδηγούσε σε κατάλυση του δικαιώματός της για διατροφή αλλά σε περιορισμό του, με την προϋπόθεση προβολής σχετικής ένστασης εκ μέρους του εκκαλούντος συζύγου η οποία ουδέποτε προβλήθηκε.
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ 19-12-2014

Aside

ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ – ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ – ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ – ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟΠΕΔΟΥΧΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΦΕΡΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΝΤΑΝ ΣΤΗΝ ΣΥΣΤΑΣΗ ΟΡΙΖΟΝΤΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ.
Άρθρα 158, 159, 160, 164, 166, 361, 369,174, 173, 200, 298, 330, 404, 405, 407, 681, 688, 690, 914 AK, 559, 561. 562, 393, 394 ΚΠολΔ, αρθρ. 15, 17 του Ν. 1337/1983, αρθρ. 22 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.), αρθρ. 4 του α.ν. 410/1908, όπως η παρ.1 αυτού αντικαταστάθηκε ως το άρθρο 2 του Ν. 651/1977 και 3 του ίδιου Ν. 651/1977.
ΑΡ. ΑΡΧΕΙΟΥ ΜΑΣ 2784

Σε εκτέλεση εργολαβικής σύμβασης μεταξύ οικοπεδούχων και της εντολέος μας κατασκευάστριας – εργολήπτριας εταιρίας, η πρώτη εναγομένη ανήγειρε με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφη οικοδομή από τέσσερις πάνω από το ισόγειο ορόφους από την οποία περιήλθαν οριζόντιες ιδιοκτησίες τόσο στις ενάγουσες όσο και στην εργολάβο εταιρία ως αμοιβή για την εκπλήρωση της συναφθείσης σύμβασης έργου.
Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων, μετά τη σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας, και χωρίς να ακολουθήσει τροποποίηση αυτής, συμφωνήθηκε η κατασκευή εξώστη, η οποία θα καταλάμβανε κάποια τμ του εμβαδού του διαμερίσματος, η ευθυγράμμιση της μίας πλευράς ώστε το διαμέρισμα να γίνει πιο λειτουργικό και η αλλαγή ολόκληρης της διαρρύθμισης του διαμερίσματος. Οι εργασίες γίνονταν υπό την διαρκή παρουσία των οικοπεδούχων. Τα διαμερίσματα παραδόθηκαν.
Ενώ οι τροποποιήσεις αφορούσαν όλα τα διαμερίσματα, μόνο οι ιδιοκτήτριες – οικοπεδούχοι ενός εξ αυτών, μήνες μετά την παράδοση, παραπονέθηκαν για μη προσήκουσα παράδοση, και κατέφυγαν στο Π Πρ ζητώντας:
α) την επιδίκαση σ’ αυτές αποζημίωσης λόγω ελαττωμάτων και ελλείψεων των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων του παραδοθέντος σ’ αυτές διαμερίσματος που θα ελάμβαναν ως αντιπαροχή βάσει της μεταξύ τους καταρτισθείσης σύμβασης έργου,
β) ποινική ρήτρα, λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής και
γ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τους, λόγω αδικοπραξίας της εργολήπτριας.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, μετά από διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.
Κατά της οριστικής απόφασης που εξέδωσε το ανωτέρω δικαστήριο ασκήθηκαν εκατέρωθεν από τους διαδίκους εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων το οποίο αφού κράτησε την αγωγή και ερεύνησε αυτή κατ’ ουσίαν την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς όλους τους εναγομένους.
Με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου συντάχθηκε και η απόφαση του Αρείου Πάγου επί αιτήσεως αναίρεσης των εναγουσών.
Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος δέχτηκε, ότι σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, μεταξύ αφενός των εναγουσών, (όπως άλλωστε και των λοιπών οικοπεδούχων και του ήδη συνιδιοκτήτη της επίδικης πολυκατοικίας), αφετέρου των εναγομένων εργολάβων, καταρτίσθηκε προφορική συμφωνία με αντικείμενο την διενέργεια τροποποιήσεων και αλλαγών στους εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους της πολυκατοικίας, καθώς και αλλαγών διαρρύθμισης στο διαμέρισμα των εναγουσών (όπως άλλωστε και των λοιπών οικοπεδούχων) από τους προαναφερθέντες εργολάβους. Επομένως :
Δεν βαρύνει τους εργολάβους κανένα πταίσμα επειδή το διαμέρισμα δεν έχει τις προδιαγραφές που προβλέπονταν στα αρχικά σχέδια της οικοδομής, ούτε οι διαφοροποιήσεις από τα αρχικά σχέδια της οικοδομής που υπάρχουν στο διαμέρισμα των εναγουσών συνιστούν ελαττώματα και έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, αφού αυτοί κατασκεύασαν και παρέδωσαν στις ενάγουσες το διαμέρισμά τους με βάση την νεότερη προαναφερθείσα προφορική συμφωνία.
Δεν συντρέχει περίπτωση αποζημίωσης των εναγουσών κατ’ άρθρο 690 ΑΚ και δεν πρέπει να καταπέσει η ποινική ρήτρα.
Δεν έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των άρθρων 158, 159, 160, 164, 166, και 369 του ΑΚ από το Εφετείο σχετικά με την μη απαίτηση τήρησης του συμβολαιογραφικού έγγραφου τύπου κατά την κατάρτιση της ανωτέρω προφορικής συμφωνίας καθώς αυτή συνιστούσε καθαρή σύμβαση έργου και δεν αφορούσε σε μετάθεση, αλλοίωση ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαφοροποίηση εμπράγματου δικαιώματος.
Δεν παραβιάσθηκε από το Εφετείο ούτε η διάταξη του 174 ΑΚ, ούτε οι διατάξεις 173 και 200 ΑΚ καθώς αφενός μεν οι πολεοδομικές διατάξεις βάσει των οποίων είχε εκδοθεί η αρχική άδεια ανοικοδόμησης της πολυκατοικίας δεν απαγορεύουν την σύναψη της προαναφερθείσας νεότερης προφορικής συμφωνίας, αφετέρου δεν διαπιστώθηκε κενό σχετικά με τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων για την κατάρτιση της τελευταίας.
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ 5-1-2015

Aside

ΑΚΙΝΗΤΑ – ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ – ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΕΣ – ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ – ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΣΕ ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ

ΑΚΙΝΗΤΑ – ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ – ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΕΣ – ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ – ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΣΕ ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ 

Εκκρεμής υπόθεση του γραφείου μας.
Άρθρα 72, 478, 949 ΚΠολΔ, 189, 288, 795 ΑΚ.

– Καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως. Προϋπόθεση είναι αφενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντος ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της.
– Η αγωγή καταδίκης σε δήλωση βούλησης μπορεί να ασκηθεί και πλαγιαστικά. Όταν η οφειλόμενη δήλωση βούλησης είναι απευθυντέα προς τον οφειλέτη του ενάγοντος, η κατά το άρθρο 189 ΑΚ αποδοχή της πρέπει να προέλθει από αυτόν. Αν ο οφειλέτης αρνείται να αποδεχθεί τη δήλωση του τρίτου, μπορεί να εξαναγκασθεί σε όμοια δήλωση αποδοχής με αγωγή από το άρθρο 949 ΚΠολΔ. Για να συμβεί όμως τούτο, θα πρέπει ο ενάγων να έχει ίδια και αυτοτελή αξίωση κατά του εναγομένου να αποδεχθεί τη δήλωση του τρίτου, η οποία, ελλείψει συμβατικής σχέσης, ιδρύεται όταν, κατά την απορρέουσα από το άρθρο 288 ΑΚ, αρχή της καλής πίστης, ο οφειλέτης υποχρεούται έναντι του δανειστού να συμπράξει στην κατάρτιση δικαιοπραξίας με τον τρίτο.
– Σε περίπτωση συγκυριότητας, κάθε συγκύριος έχει αξίωση να ζητήσει και συγχρόνως υποχρέωση να συμπράξει στη διανομή του κοινού πράγματος, αν δε αρνηθεί, η διανομή μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο. Οι κοινωνοί είναι αμοιβαίως δανειστές και οφειλέτες ως προς την αξίωση για λύση της κοινωνίας. Τέτοιος δεσμός όμως δεν γεννάται μεταξύ μιας μερίδας εκ των κοινωνών αφενός και εκείνων οι οποίοι, βάσει προσυμφώνου, έχουν αποκτήσει αξίωση εισόδου στην κοινωνία. Οι τελευταίοι ούτε νομιμοποιούνται να συμπράξουν στη λύση της, αφού δεν είναι ακόμη κοινωνοί, ούτε υποχρεούνται να καταστούν κοινωνοί, ώστε να νομιμοποιηθεί κατ’ αυτών το αίτημα διανομής, αφού η είσοδος τους στην κοινωνία συνιστά άσκηση δικαιώματος και όχι εκτέλεση υποχρέωσης, η οποία θα μπορούσε να εκβιασθεί με αγωγή.
…Κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, «όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Αν η καταδίκη σε δήλωση βούλησης εξαρτήθηκε από αντιπαροχή, η δήλωση βούλησης θεωρείται ότι έγινε από τη στιγμή που εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή επήλθε υπερημερία αποδοχής της». Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται ειδικός τρόπος αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επέρχεται κατά πλάσμα του νόμου από την τελεσιδικία της απόφασης που καταδικάζει σε δήλωση βούλησης τον οφειλέτη. Προϋπόθεση είναι αφενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντος ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της. Η υποχρέωση του εναγομένου να δηλώσει τη βούλησή του προς τον ενάγοντα πρέπει να απορρέει είτε από δικαιοπραξία, την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα, είτε απευθείας από το νόμο.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 72 ΚΠολΔ, η αγωγή καταδίκης σε δήλωση βούλησης μπορεί να ασκηθεί και πλαγιαστικά. Έτσι, αν αδρανεί εκείνος προς τον οποίο είναι απευθυντέα η δήλωση βούλησης, ο δανειστής του μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία, ασκώντας τα δικαιώματα αυτού. Μπορεί, δηλαδή, να ζητήσει την καταδίκη του εναγομένου σε δήλωση βούλησης, αποδέκτης της οποίας είναι, όχι ο ενάγων, αλλά ο οφειλέτης του. Περαιτέρω, όταν η οφειλόμενη δήλωση βούλησης είναι απευθυντέα προς τον οφειλέτη του ενάγοντος, η κατά το άρθρο 189 ΑΚ αποδοχή της πρέπει να προέλθει από αυτόν. Αν ο οφειλέτης αρνείται να αποδεχθεί τη δήλωση του τρίτου, μπορεί να εξαναγκασθεί σε όμοια δήλωση αποδοχής με αγωγή από το άρθρο 949 ΚΠολΔ. Για να συμβεί όμως τούτο, θα πρέπει ο ενάγων να έχει ίδια και αυτοτελή αξίωση κατά του εναγομένου να αποδεχθεί τη δήλωση του τρίτου, η οποία, ελλείψει συμβατικής σχέσης, ιδρύεται όταν, κατά την απορρέουσα από το άρθρο 288 ΑΚ, αρχή της καλής πίστης, ο οφειλέτης υποχρεούται έναντι του δανειστού να συμπράξει στην κατάρτιση δικαιοπραξίας με τον τρίτο.
Τέλος, σε περίπτωση συγκυριότητας, κάθε συγκύριος έχει αξίωση να ζητήσει και συγχρόνως υποχρέωση να συμπράξει στη διανομή του κοινού πράγματος, αν δε αρνηθεί, η διανομή μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, οι κοινωνοί είναι αμοιβαίως δανειστές και οφειλέτες ως προς την αξίωση για λύση της κοινωνίας. Τέτοιος δεσμός όμως δεν γεννάται μεταξύ μιας μερίδας εκ των κοινωνών αφενός και εκείνων οι οποίοι, βάσει προσυμφώνου, έχουν αποκτήσει αξίωση εισόδου στην κοινωνία. Οι τελευταίοι ούτε νομιμοποιούνται να συμπράξουν στη λύση της, αφού δεν είναι ακόμη κοινωνοί, ούτε υποχρεούνται να καταστούν κοινωνοί, ώστε να νομιμοποιηθεί κατ’ αυτών το αίτημα διανομής, αφού η είσοδος τους στην κοινωνία συνιστά άσκηση δικαιώματος και όχι εκτέλεση υποχρέωσης, η οποία θα μπορούσε να εκβιασθεί με αγωγή.
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ 9-1-2015