Aside

Ενημερωτικό Σημείωμα για το Νόμο Κατσέλη (ν. 869/2010), μετά τις τροποποιήσεις που επήλθαν με το ν. 4336/2015

Μετά τον ν. 4336/2015, σχετικά με τη δικαστική ρύθμιση των οφειλών ενός υπερχρεωμένου προσώπου, το οποίο υποβάλει σήμερα αίτηση στο Ειρηνοδικείο, ισχύουν τ’ ακόλουθα:
Σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 «Αν το σχέδιο δεν γίνει δεκτό από τους πιστωτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στην παράγραφο 2 του προηγούμενου άρθρου ή αν εκδηλώθηκαν αντιρρήσεις κατά του σχεδίου διευθέτησης των οφειλών και δεν υποκαθίστανται αυτές σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προηγούμενο άρθρο, το δικαστήριο ελέγχει την ύπαρξη των αμφισβητούμενων απαιτήσεων και την πλήρωση των προϋποθέσεων του άρθρου 1 για τη ρύθμιση των οφειλών και απαλλαγή του οφειλέτη».
Σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 8 του ν. 3869/2010 «Αν τα περιουσιακά στοιχεία του οφειλέτη δεν είναι επαρκή το δικαστήριο, αφού αφαιρέσει το ποσό που απαιτείται για την κάλυψη των ευλόγων δαπανών διαβίωσης του ιδίου και των προστατευόμενων μελών της οικογένειάς του, όπως αυτές εκάστοτε προσδιορίζονται με απόφαση του Κυβερνητικού Συμβουλίου Διαχείρισης Ιδιωτικού Χρέους δυνάμει του ν. 4224/2013 ή μέχρις ότου εκδοθεί η ανωτέρω απόφαση, όπως αυτές προσδιορίζονται στην Έρευνα Οικονομικών Προϋπολογισμών (Ε.Ο.Π.) που διενεργεί κάθε χρόνο η Ελληνική Στατιστική Υπηρεσία και στις οποίες συμπεριλαμβάνονται οι δαπάνες κοινωνικής ασφάλισης που βαρύνουν τον οφειλέτη, διατάσσει την καταβολή μηνιαίως, για χρονικό διάστημα τριών (3) ετών, του ποσού που απομένει με βάση τα περιουσιακά στοιχεία και τα πάσης φύσεως εισοδήματά του, για την ικανοποίηση των απαιτήσεων των πιστωτών, συμμέτρως διανεμόμενου».
Επιπλέον, σύμφωνα με την παρ. 1 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 «Εφόσον υπάρχει ρευστοποιήσιμη περιουσία, η εκποίηση της οποίας κρίνεται απαραίτητη για την ικανοποίηση των πιστωτών, ή όταν το δικαστήριο κρίνει αναγκαίο να παρακολουθήσει και να υποβοηθήσει την εκτέλεση των όρων ρύθμισης των οφειλών για την απαλλαγή του οφειλέτη από τα χρέη ή την εξασφάλιση των συμφερόντων των πιστωτών, ορίζεται εκκαθαριστής», ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 του άρθρου 9 του ν. 3869/2010 «Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομίας, Υποδομών, Ναυτιλίας και Τουρισμού, και Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που εκδίδεται σε ένα μήνα από τη δημοσίευση του παρόντος, καθορίζονται τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται προκειμένου να εξαιρεθεί η κυρία κατοικία του από τις διατάξεις της προηγούμενης παραγράφου, ιδίως ως προς την αντικειμενική αξία του ακινήτου το ύψος του συνόλου των οφειλών κατά το χρόνο ολοκλήρωσης της κατάθεσης της αίτησης και το μικτό ετήσιο οικογενειακό εισόδημα του οφειλέτη».

Όμως επειδή μέχρι και σήμερα δεν έχει ακόμη εκδοθεί η ως άνω Κοινή Απόφαση που προβλέπεται από το νόμο να εκδοθεί, ως εκ τούτου, σχετικά με την εξαίρεση από την εκποίηση της Κύριας Κατοικίας μου, θα πρέπει να γίνει δεκτό ότι πρέπει, μέχρι να εκδοθεί η ως άνω Κοινή Απόφαση, να εφαρμόζονται αυτά που προέβλεπε το αρθρ. 9 παρ. 2, πριν την αντικατάστασή του από το ν. 4336/2015, ήτοι ότι «…εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό. Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας. Η ρύθμιση μπορεί να προβλέπει περίοδο χάριτος…».
Σύμφωνα με την ανωτέρω διάταξη, εάν το σύνολο των απαιτήσεων των πιστωτών υπερβαίνει το 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας του οφειλέτη, για το υπερβάλλον αυτό ποσό, ο οφειλέτης απαλλάσσεται εκ του νόμου. Εναπόκειται εν συνεχεία στο Δικαστή να ορίσει το ποσό των απαιτήσεων που τυχόν κληθεί να καλύψει ο οφειλέτης με ανώτατο όριο το 80% της αντικειμενικής της κύριας κατοικίας, λαμβανομένης υπ’ όψη της προσωπικής και περιουσιακής κατάστασης του οφειλέτη.
Περαιτέρω, σύμφωνα με την παρ. 1 του αρθρ. 11 του ν. 3869/2010 «Η κανονική εκτέλεση από τον οφειλέτη των υποχρεώσεων που επιβάλλονται με την απόφαση που εκδίδεται σε εφαρμογή των παραγράφων 2, 4 και 5 του αρθρ. 8, επιφέρει , στην παράγραφο 6 του άρθρου 4 στην παράγραφο 2 του άρθρου 9, την απαλλαγή του από κάθε τυχόν υφιστάμενο υπόλοιπο οφειλής, έναντι όλων των πιστωτών ακόμη και έναντι εκείνων που δεν ανήγγειλαν τις απαιτήσεις τους».

Οι όποιες αλλαγές στο ν. 3869/2010, έπειτα από το νομοσχέδιο που κατατέθηκε στη Βουλή για τις 100 δόσεις και την προστασία της πρώτης κατοικίας από τους πλειστηριασμούς και συζητήθηκε στις 19-11-2015, αναμένονται αναφορικά με τις προϋποθέσεις υπαγωγής στο νόμο (αρθρ. 1 του ν. 3869/2010), καθώς και με τις προϋποθέσεις διάσωσης της κύριας κατοικίας (αρθρ. 9, παρ. 2) και θα αφορούν αιτήσεις που θα κατατίθενται μετά στα Ειρηνοδικεία την 1-1-2016.

Κατά συνέπεια, σύμφωνα με την μέχρι τώρα πληροφόρησή μας, αιτήσεις που έχουν κατατεθεί για την υπαγωγή στο νόμο μέχρι σήμερα και όσες θα προλάβουν να κατατεθούν έως 31-12-2015, καθώς και αποφάσεις που έχουν εκδοθεί με το υφιστάμενο νομικό καθεστώς, δεν θα επηρεαστούν από τις τροποποιήσεις.

Όμως από 1/1/2016 και μετά αναμένεται για να γίνει πολύ πιο δυσχερής η υπαγωγή κάποιου στο νόμο Κατσέλη, διότι η υπαγωγή αυτή θα συνδέεται πλέον άμεσα και με τον κώδικα δεοντολογίας τραπεζών.
Βασίλειος Μπότσιος
Ουρανία Σιάρκου
Απόστολος Τάσσης

Aside

ΥΠΕΡΧΡΕΩΜΕΝΑ ΝΟΙΚΟΚΥΡΙΑ ΚΟΥΡΕΜΑ ΧΡΕΟΥΣ ΜΕ ΔΥΟ ΑΠΟΦΑΣΕΙΣ ΤΟΥ ΕΙΡΗΝΟΔΙΚΕΙΟΥ ΠΡΕΒΕΖΑΣ, ΣΕ ΠΟΣΟΣΤΟ ΑΝΩ ΤΟΥ 80%

Ν. 3869/2010 άρθρα 4 παρ. 1
Προσωρινό αρχείο
Το Ειρηνοδικείο Πρέβεζας, με δύο πρόσφατες αποφάσεις του, που αφορούσαν την υπαγωγή δύο οικογενειών στο νόμο Κατσέλη (ν. 3869/2010), αποφάσισε την απομείωση του χρέους των αιτούντων και εντολέων μας στην πρώτη περίπτωση κατά 87,5% για το σύζυγο και 88,5% για τη σύζυγό του, και στη δεύτερη υπόθεση κατά 81% για τη σύζυγο και 83,3% για το σύζυγο.
Α. Στην πρώτη περίπτωση: Η σύζυγος είναι δημόσιος υπάλληλος με καθαρό εισόδημα 1.432,31 ευρώ. Ο σύζυγός της είναι ελεύθερος επαγγελματίας με μηδενικό εισόδημα. Έχουν δύο ανήλικα τέκνα και δεν διαθέτουν έσοδα από άλλες πηγές. Επίσης διαμένουν στο ιδιόκτητο διαμέρισμα τους και διαθέτουν ένα αυτοκίνητο. Η ακίνητη περιουσία τους περιορίζεται σε εξ αδιαιρέτου ποσοστά σε αγροτεμάχια μηδαμινής αξίας. Πριν την κατάθεση της αίτησης στο Ειρηνοδικείο, οι δύο σύζυγοι κατέβαλαν από κοινού στους πιστωτές (τράπεζες) το συνολικό ποσό των 1.332,00 ευρώ / μήνα.
Το Δικαστήριο συνεκδικάζοντας και κάνοντας δεκτές τις αιτήσεις των αιτούντων, ρύθμισε τα χρέη τους ως εξής: Για τη σύζυγο επέβαλλε μηνιαίες καταβολές ύψους 100 ευρώ και για το σύζυγο 55,27 ευρώ αντίστοιχα, για το χρονικό διάστημα των 5 πρώτων ετών, συμμέτρως κατανεμημένες προς όλους τους πιστωτές τους.
Το Δικαστήριο εξαίρεσε την εκποίηση της κύριας κατοικίας των αιτούντων υποχρεώνοντάς τους ταυτόχρονα να καταβάλουν μηνιαίως για την διάσωσή της, η σύζυγος το ποσό των 95,99 ευρώ και ο σύζυγος το ποσό των 97,55 ευρώ για τα επόμενα 20 χρόνια. Τέλος απήλλαξε τους αιτούντες από τα λοιπά χρέη τους και εξαίρεσε από εκποίηση τα λοιπά ακίνητα και κινητά περιουσιακά τους στοιχεία. Το ποσό αυτό δεν τοκίζεται.
Συνεπώς η σύζυγος – οφειλέτρια θα καταβάλει κατά το χρονικό διάστημα αυτών των 25 ετών, συνολικά το ποσό των 29.037,6 ευρώ και ο δε σύζυγος – οφειλέτης το συνολικό ποσό των 26.728,2 ευρώ έναντι της αρχικής οφειλής του που ανέρχονταν κατά το χρόνο στα 232.909,66 ευρώ. Το ποσό αυτό θα συνέχιζε να τοκίζεται ετησίως μέχρι την οριστική εξόφλησή του. Η απομείωση του χρέους για τους δύο συζύγους ανέρχεται σε ποσοστό 87,5% και 88,5% αντίστοιχα.
Β. Στη δεύτερη περίπτωση: Ο σύζυγος είναι συνταξιούχος αστυνομικός. Το μηνιαίο εισόδημά του προερχόμενο αποκλειστικά και μόνο από τη σύνταξή του, ανέρχεται στο συνολικό ποσό των 1.430,19 ευρώ. Η σύζυγός είναι άνεργη με μοναδικό εισόδημα 200 € ετησίως προερχόμενο από αγροτικές επιχορηγήσεις. Έχουν ένα ενήλικο τέκνο και δεν διαθέτουν κανένα άλλο εισόδημα. Στην κυριότητα τους έχουν μία κύρια κατοικία, δύο αγροτεμάχια και ένα αυτοκίνητο. Επίσης η σύζυγος είναι εξ αδιαιρέτου κυρία σε άλλα δύο αγροτεμάχια.
Οι οφειλέτες έπρεπε να καταβάλουν από κοινού στους πιστωτές τους (τράπεζες), συνολικά το ποσό των 776 ευρώ / μηνιαίως.
Το Δικαστήριο συνεκδικάζοντας και κάνοντας δεκτές τις αιτήσεις των δύο συζύγων – εντολέως μας, ρύθμισε τα χρέη τους ως εξής: Για το σύζυγο επέβαλλε μηνιαίες καταβολές ύψους 177,33 ευρώ και για τη σύζυγο 74,78 ευρώ μηνιαίως αντίστοιχα, για το χρονικό διάστημα των 5 πρώτων ετών, συμμέτρως κατανεμημένες προς όλους τους πιστωτές τους.
Επίσης εξαίρεσε την εκποίηση της κύριας κατοικίας των αιτούντων υποχρεώνοντάς τους ταυτόχρονα να καταβάλουν μηνιαίως για την διάσωσή της, ο σύζυγος το ποσό των 141,18 ευρώ και η σύζυγος το ποσό των 147,02 ευρώ για τα επόμενα 17 έτη. Τέλος απήλλαξε τους αιτούντες από τα λοιπά χρέη τους και εξαίρεσε από εκποίηση τα λοιπά ακίνητα και κινητά περιουσιακά τους στοιχεία. Το ποσό αυτό δεν τοκίζεται.
Συνεπώς ο σύζυγος θα καταβάλει κατά το χρονικό διάστημα αυτών των 22 ετών, συνολικά το ποσό των 39.440,52 ευρώ και η σύζυγος, στο ίδιο χρονικό διάστημα το συνολικό ποσό των 34.478,8 ευρώ έναντι της αρχικής οφειλής του που ανέρχονταν σε 206.999,81 ευρώ. Το ποσό αυτό θα συνέχιζε να τοκίζεται ετησίως μέχρι την οριστική εξόφλησή του. Η απομείωση του χρέους για τους δύο συζύγους ανέρχεται σε ποσοστό της τάξεως του 81% και 83,3% αντίστοιχα.
Υποθέσεις του γραφείου μας.