ΑΓΩΓΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΓΝΩΡΙΣΗ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΟΤΗΤΑΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΟΤΑ ΠΟΥ ΙΣΧΥΡΙΖΕΤΑΙ ΟΤΙ ΕΙΝΑΙ ΙΔΙΟΚΤΗΤΗΣ ΑΓΡΟΤΕΜΑΧΙΟΥ – ΕΝΣΤΑΣΗ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΗΣ ΑΣΚΗΣΗΣ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΠΙΤΡΕΠΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΑΜΥΝΟΜΕΝΟ / ΕΝΑΓΟΜΕΝΟ ΟΧΙ ΣΤΟΝ ΕΠΙΤΙΘΕΜΕΝΟ / ΕΝΑΓΟΝΤΑ –  ΓΙΑ ΤΗΝ ΣΤΟΙΧΕΙΟΘΕΤΗΣΗ ΤΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΙΚΟΥ ΤΗΣ ΔΙΑΤΑΞΗΣ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 281 ΑΚ ΘΑ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΑΝΑΓΝΩΡΙΖΕΤΑΙ ΑΠΟ ΤΟΝ ΕΝΙΣΤΑΜΕΝΟ ΠΩΣ ΔΙΚΑΙΟΥΧΟΣ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΝΤΙΔΙΚΟΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΠΩΣ Η ΑΣΚΗΣΗ ΤΟΥ ΔΙΚΑΙΩΜΑΤΟΣ  ΑΠΟ ΤΟΝ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΓΙΝΕΤΑΙ ΚΑΤΑΧΡΗΣΤΙΚΑ.

(ΑΡΘΡΑ 281 ΑΚ, 495 παρ 1 και 2, 498, 511, 513 παρ. 1β, 516 παρ. 1, 517 και 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, 533 παρ. 1 ΚΠολΔ)

Ο ενάγων, γνωρίζοντας ότι δεν διαθέτει τις προϋποθέσεις απόκτησης κυριότητας διά χρησικτησίας,  ζητά να αναγνωρισθεί «ως καταχρηστική  η άσκηση του δικαιώματος κυριότητας από τον εναγόμενο δήμο». Η ένσταση καταχρηστικότητας παρέχεται μόνο ως μέσο άμυνας κατά το νόμο και όχι ως μέσο επίθεσης, κατά συνέπεια μπορεί να προβληθεί μόνο για την αντίκρουση αγωγής και όχι για τη θεμελίωση αυτής.

Τόσο το πρωτόδικο δικαστήριο όσο και το Εφετείο Ιωαννίνων απέρριψαν την αγωγή, αφού έκριναν ότι : Απλή αμφισβήτηση του δικαιώματος του εναγόμενου δήμου, δεν αποτελεί κατάχρηση δικαιώματος, αφού δεν υπάρχει άσκηση αντίθετου δικαιώματος του ενάγοντος (ΑΠ 84/1984, ΑΠ 1417/1984, ΑΠ 26/1972). Δικαίωμα προβολής της σχετικής ενστάσεως, έχει μόνο όποιος αναγνωρίζει ότι φορέας του σχετικού δικαιώματός είναι ο αντίδικός του, ο οποίος ενδεχόμενα το ασκεί καταχρηστικά.

 

ΥΠΟΘΕΣΗ ΤΟΥ ΓΡΑΦΕΙΟΥ ΜΑΣ

Αρ αρχείου Δήμου Πρ 309

ΠΑΡΑΙΤΗΣΗ ΑΠΟ ΔΙΚΟΓΡΑΦΟ ΑΓΩΓΗΣ ΚΑΙ ΑΣΚΗΣΗ ΝΕΑΣ – ΑΝΑΒΛΗΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΥ ΠΕΡΙ ΜΗ ΚΑΤΑΒΟΛΗΣ ΤΩΝ ΕΞΟΔΩΝ ΤΗΣ ΠΡΟΗΓΟΥΜΕΝΗΣ ΔΙΚΗΣ (ΑΡΘΡ 295 ΠΑΡ 2 ΚΠΟΛΔ) – ΑΠΟΡΡΙΨΗ ΤΗΝ ΕΝΣΤΑΣΕΩΣ ΣΕ ΠΡΩΤΟ ΒΑΘΜΟ- ΕΦΕΣΗ – ΤΟ ΕΦΕΤΕΙΟ ΕΞΕΔΩΣΕ ΑΠΟΦΑΣΗ ΓΙΑ ΑΝΑΒΟΛΗ ΕΚΔΙΚΑΣΗΣ ΝΕΑΣ ΑΓΩΓΗΣ ΑΠΟΔΕΧΟΜΕΝΟ ΤΗ ΣΧΕΤΙΚΗ ΕΝΣΤΑΣΗ.

(ΑΡΘΡΑ 19 ΚΠΟΛΔ, 294 ΚΠΟΛΔ, 295 ΠΑΡ 2 ΚΠΟΛΔ, 297 ΚΠΟΛΔ, ΑΠ 539/2008, ΑΠ 857/2003, ΕΦΘΕΣ 2000/2017, ΕΦΑΘ 881/2011)

Κατά το άρθρο 294 ΚΠολΔ ο ενάγων μπορεί να παραιτηθεί από το δικόγραφο της αγωγής και χωρίς τη συναίνεση του εναγόμενου πριν προχωρήσει η συζήτηση της ουσίας της υποθέσεως, κατά δε το άρθρο 297 ΚΠολΔ η παραίτηση γίνεται ή με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή με δικόγραφο που επιδίδεται στον αντίδικο του παραιτουμένου. Συνέχεια

ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΗ ΧΡΗΣΗ ΚΟΙΝΟΥ ΠΡΑΓΜΑΤΟΣ ΑΠΟ ΣΥΓΚΥΡΙΟ – ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΣΤΟΥΣ ΛΟΙΠΟΥΣ ΣΥΓΚΟΙΝΩΝΟΥΣ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗΣ ΜΕΡΙΔΑΣ ΑΠΟ ΤΟ ΟΦΕΛΟΣ ΤΟΥ ΑΠΟΚΛΕΙΣΤΙΚΩΣ ΧΡΗΣΑΜΕΝΟΥ – ΤΟ ΔΙΚΑΙΩΜΑ ΑΥΤΟ ΥΠΟΚΕΙΤΑΙ ΣΤΟΥΣ ΠΕΡΙΟΡΙΣΜΟΥΣ ΤΟΥ 281 ΑΚ.

(ΆΡΘΡ. 785, 786, 787, 792 ΠΑΡ 2, 961, 962, 1113 ΑΚ).

Σε περίπτωση αποκλειστικής χρήσης του κοινού πράγματος από έναν από τους κοινωνούς, δικαιούνται οι υπόλοιποι, και αν δεν πρόβαλαν αξίωση σύγχρησης (ΑΠΑ 321/1988 ΝοΒ 37.245), να απαιτήσουν από αυτόν, που έκανε αποκλειστική χρήση του κοινού, ανάλογη προς το ποσοστό του δικαιώματός τους μερίδα από το όφελος που αυτός αποκόμισε ή εξοικονόμησε και το οποίο συνίσταται στην αξία της επιπλέον ιδανικής του μερίδας χρήσης του κοινού. Συνέχεια

ΠΟΤΕ ΥΠΑΡΧΕΙ ΝΟΜΙΜΗ ΔΗΛΩΣΗ ΥΠΑΝΑΧΩΡΗΣΗΣ ΑΠΟ ΣΥΜΒΑΣΗ – ΔΗΛΩΣΗ ΥΠΟ ΑΙΡΕΣΗ ΠΟΙΕΣ ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΤΗΣ – ΠΟΙΕΣ ΟΙ ΣΥΝΕΠΕΙΕΣ ΑΠΟ ΑΝΑΓΡΑΦΗ ΜΕΙΩΜΕΝΟΥ ΤΙΜΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑΣ – ΑΠΟΔΕΙΚΤΙΚΗ ΙΣΧΥ ΑΝΤΕΓΓΡΑΦΟΥ – ΤΙ ΑΚΥΡΟΤΗΤΑ ΕΠΙΦΕΡΕΙ ΣΤΗ ΣΥΜΒΑΣΗ Η ΑΝΑΓΡΑΦΗ ΜΕΙΩΜΕΝΗΣ ΑΞΙΑΣ ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑΣ – ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΑΠΟ ΤΟΝ ΑΓΟΡΑΣΤΗ ΤΗΣ ΑΞΙΑΣ ΠΟΥ ΚΑΤΑΒΛΗΘΗΚΕ ΚΑΙ ΔΕΝ ΑΝΑΦΕΡΕΤΑΙ ΣΤΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΑΣ – ΑΝΤΕΓΓΡΑΦΟ – ΕΠΙΤΡΕΠΤΗ  ΑΝΤΑΠΟΔΕΙΞΗ

(ΆΡΘΡ. 42, 46, 138, 174, 306, 307, 314 ΠΑΡ 1 ΠΚ).

Το δικαίωμα επιλογής που ορίζεται από το άρθρ. 306 ΑΚ στο κεφάλαιο πρώτο του ενοχικού δικαίου ορίζει ότι: « Η επιλογή γίνεται με δήλωση προς το άλλο μέρος, Η δήλωση είναι αμετάβλητη, και δεν επιδέχεται αίρεση ή προθεσμία», ενώ στο επόμενο άρθρο, ορίζεται ότι «Με την επιλογή η διαζευκτική ενοχή γίνεται απλή». Έτσι η προσθήκη αιρέσεως ή προθεσμίας σε δήλωση υπαναχώρησης είναι άκυρη. Συνέχεια

Aside

ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΑ ΜΕΤΡΑ ΠΕΡΙ ΝΟΜΗΣ ΜΕΤΑΞΥ ΠΡΩΗΝ ΣΥΖΥΓΩΝ– ΔΙΕΚΔΙΚΗΣΗ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΑΚΗΣ ΣΤΕΓΗΣ ΠΟΥ ΕΧΕΙ ΑΠΟΔΟΘΕΙ ΛΟΓΩ ΣΤΕΓΑΣΤΙΚΗΣ ΑΠΟΚΑΤΑΣΤΑΣΗΣ ΜΕΣΩ ΟΕΚ

 

Άρθρα 733, 734, 735 ΚΠολΔ, ΝΔ 2963/1954, ΑΝ 163/1967, Ν 1641/1986, ΥΑ 50442/1998.

 

Αριθμός αρχείου μας 2750

 

     Ο αιτών τα ασφαλιστικά μέτρα περί νομής και αντίδικος της εντολέως μας, στην αίτηση ασφαλιστικών μέτρων που υπέβαλλε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Πρέβεζας, ισχυριζόταν ότι λόγω του επαγγέλματος και ενσήμων δικαιούνταν στεγαστική αποκατάσταση από τον Οργανισμό Εργατικής Κατοικίας (εφεξής ΟΕΚ). Ότι στα πλαίσια αυτά, του παραχωρήθηκε το αναφερόμενο στην αίτηση διαμέρισμα. Ότι η οικογενειακή του κατάσταση κανένα ρόλο δεν έπαιξε στην επιλογή αυτού και της οικογενείας του για στεγαστική αποκατάσταση. Ότι στο εν λόγω διαμέρισμα κατοικούσε με την οικογένειά του μέχρι την έκδοση δικαστικής απόφασης που διέταζε την προσωρινή μετοίκησή του λόγω διάσπασης της έγγαμης συμβίωσής του με την σύζυγό του αλλά και με τα τέκνα του. Και τέλος ότι εφόσον ο μεταξύ τους γάμος έχει λυθεί σήμερα αμετάκλητα, δεν συντρέχουν οι λόγοι για τους οποίους διετάχθη η μετοίκησή του, άρα πρέπει να του αποδοθεί η αποκλειστική νομή και κατοχή της εν λόγω κατοικίας.

Βασικό και θεμελιώδες επιχείρημα της καθ’ης η αίτηση και εντολέως μας ήταν ότι νομίμως είχε το δικαίωμα νομής και κατοχής του επιδίκου, καθώς όπως προκύπτει από έγγραφο της Νομικής Υπηρεσίας του ΟΕΚ, εφόσον η σύζυγος δηλώθηκε από τον αιτούντα ως προστατευόμενο μέλος της οικογένειάς του, τότε «εάν ο γάμος λυθεί με υπαιτιότητα του αιτούντος, έχει δικαίωμα οίκησης εφόρου ζωής που χάνεται σε περίπτωση γάμου αυτής ή σε περίπτωση που αποκτήσει ιδιόκτητη στέγη».

Το Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση του αντιδίκου κυρίως με βάση τον ανωτέρω ισχυρισμό, δηλαδή δέχθηκε ότι η σύζυγος έχει δικαίωμα οίκησης επί του επιδίκου, καθώς μέχρι σήμερα τηρεί τις προϋποθέσεις χρήσης αυτού όπως τις ορίζει ο ΟΕΚ.

Άλλως και επικουρικώς σε κάθε περίπτωση ο αιτών, έχει χάσει το δικαίωμα της προστασίας του από τη νομή και κατοχή της οικίας διότι αυτό έχει υποπέσει στην ενιαύσια παραγραφή του αρθρ. 992 ΑΚ.

Υπόθεση του γραφείου μας.

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ 13-11-2015

Aside

ΣΥΜΒΑΣΗ ΕΡΓΟΥ – ΑΝΤΙΠΑΡΟΧΗ – ΑΔΙΚΟΠΡΑΞΙΑ – ΠΑΡΑΔΟΣΗ ΔΙΑΜΕΡΙΣΜΑΤΟΣ ΣΤΟΝ ΟΙΚΟΠΕΔΟΥΧΟ, ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΕΦΕΡΕ ΔΙΑΦΟΡΕΣ ΜΕ ΑΥΤΟ ΠΟΥ ΠΕΡΙΓΡΑΦΟΝΤΑΝ ΣΤΗΝ ΣΥΣΤΑΣΗ ΟΡΙΖΟΝΤΙΟ ΚΑΙ ΤΟ ΕΡΓΟΛΑΒΙΚΟ ΣΥΜΒΟΛΑΙΟ.
Άρθρα 158, 159, 160, 164, 166, 361, 369,174, 173, 200, 298, 330, 404, 405, 407, 681, 688, 690, 914 AK, 559, 561. 562, 393, 394 ΚΠολΔ, αρθρ. 15, 17 του Ν. 1337/1983, αρθρ. 22 1577/1985 (Γ.Ο.Κ.), αρθρ. 4 του α.ν. 410/1908, όπως η παρ.1 αυτού αντικαταστάθηκε ως το άρθρο 2 του Ν. 651/1977 και 3 του ίδιου Ν. 651/1977.
ΑΡ. ΑΡΧΕΙΟΥ ΜΑΣ 2784

Σε εκτέλεση εργολαβικής σύμβασης μεταξύ οικοπεδούχων και της εντολέος μας κατασκευάστριας – εργολήπτριας εταιρίας, η πρώτη εναγομένη ανήγειρε με το σύστημα της αντιπαροχής, πολυώροφη οικοδομή από τέσσερις πάνω από το ισόγειο ορόφους από την οποία περιήλθαν οριζόντιες ιδιοκτησίες τόσο στις ενάγουσες όσο και στην εργολάβο εταιρία ως αμοιβή για την εκπλήρωση της συναφθείσης σύμβασης έργου.
Κατόπιν συμφωνίας μεταξύ των συμβαλλομένων, μετά τη σύσταση οριζοντίου ιδιοκτησίας, και χωρίς να ακολουθήσει τροποποίηση αυτής, συμφωνήθηκε η κατασκευή εξώστη, η οποία θα καταλάμβανε κάποια τμ του εμβαδού του διαμερίσματος, η ευθυγράμμιση της μίας πλευράς ώστε το διαμέρισμα να γίνει πιο λειτουργικό και η αλλαγή ολόκληρης της διαρρύθμισης του διαμερίσματος. Οι εργασίες γίνονταν υπό την διαρκή παρουσία των οικοπεδούχων. Τα διαμερίσματα παραδόθηκαν.
Ενώ οι τροποποιήσεις αφορούσαν όλα τα διαμερίσματα, μόνο οι ιδιοκτήτριες – οικοπεδούχοι ενός εξ αυτών, μήνες μετά την παράδοση, παραπονέθηκαν για μη προσήκουσα παράδοση, και κατέφυγαν στο Π Πρ ζητώντας:
α) την επιδίκαση σ’ αυτές αποζημίωσης λόγω ελαττωμάτων και ελλείψεων των συνομολογηθεισών ιδιοτήτων του παραδοθέντος σ’ αυτές διαμερίσματος που θα ελάμβαναν ως αντιπαροχή βάσει της μεταξύ τους καταρτισθείσης σύμβασης έργου,
β) ποινική ρήτρα, λόγω πλημμελούς εκπλήρωσης της παροχής και
γ) χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης τους, λόγω αδικοπραξίας της εργολήπτριας.
Το Πολυμελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας, μετά από διενέργεια πραγματογνωμοσύνης, έκανε εν μέρει δεκτή την αγωγή.
Κατά της οριστικής απόφασης που εξέδωσε το ανωτέρω δικαστήριο ασκήθηκαν εκατέρωθεν από τους διαδίκους εφέσεις ενώπιον του Εφετείου Ιωαννίνων το οποίο αφού κράτησε την αγωγή και ερεύνησε αυτή κατ’ ουσίαν την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ως προς όλους τους εναγομένους.
Με την ανωτέρω απόφαση του Εφετείου συντάχθηκε και η απόφαση του Αρείου Πάγου επί αιτήσεως αναίρεσης των εναγουσών.
Ειδικότερα ο Άρειος Πάγος δέχτηκε, ότι σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, μεταξύ αφενός των εναγουσών, (όπως άλλωστε και των λοιπών οικοπεδούχων και του ήδη συνιδιοκτήτη της επίδικης πολυκατοικίας), αφετέρου των εναγομένων εργολάβων, καταρτίσθηκε προφορική συμφωνία με αντικείμενο την διενέργεια τροποποιήσεων και αλλαγών στους εξωτερικούς και εσωτερικούς χώρους της πολυκατοικίας, καθώς και αλλαγών διαρρύθμισης στο διαμέρισμα των εναγουσών (όπως άλλωστε και των λοιπών οικοπεδούχων) από τους προαναφερθέντες εργολάβους. Επομένως :
Δεν βαρύνει τους εργολάβους κανένα πταίσμα επειδή το διαμέρισμα δεν έχει τις προδιαγραφές που προβλέπονταν στα αρχικά σχέδια της οικοδομής, ούτε οι διαφοροποιήσεις από τα αρχικά σχέδια της οικοδομής που υπάρχουν στο διαμέρισμα των εναγουσών συνιστούν ελαττώματα και έλλειψη συνομολογηθεισών ιδιοτήτων, αφού αυτοί κατασκεύασαν και παρέδωσαν στις ενάγουσες το διαμέρισμά τους με βάση την νεότερη προαναφερθείσα προφορική συμφωνία.
Δεν συντρέχει περίπτωση αποζημίωσης των εναγουσών κατ’ άρθρο 690 ΑΚ και δεν πρέπει να καταπέσει η ποινική ρήτρα.
Δεν έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των άρθρων 158, 159, 160, 164, 166, και 369 του ΑΚ από το Εφετείο σχετικά με την μη απαίτηση τήρησης του συμβολαιογραφικού έγγραφου τύπου κατά την κατάρτιση της ανωτέρω προφορικής συμφωνίας καθώς αυτή συνιστούσε καθαρή σύμβαση έργου και δεν αφορούσε σε μετάθεση, αλλοίωση ή καθ’ οιονδήποτε τρόπο διαφοροποίηση εμπράγματου δικαιώματος.
Δεν παραβιάσθηκε από το Εφετείο ούτε η διάταξη του 174 ΑΚ, ούτε οι διατάξεις 173 και 200 ΑΚ καθώς αφενός μεν οι πολεοδομικές διατάξεις βάσει των οποίων είχε εκδοθεί η αρχική άδεια ανοικοδόμησης της πολυκατοικίας δεν απαγορεύουν την σύναψη της προαναφερθείσας νεότερης προφορικής συμφωνίας, αφετέρου δεν διαπιστώθηκε κενό σχετικά με τις δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων για την κατάρτιση της τελευταίας.
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ 5-1-2015

Aside

ΑΚΙΝΗΤΑ – ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ – ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΕΣ – ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ – ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΣΕ ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ

ΑΚΙΝΗΤΑ – ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟ – ΑΓΟΡΑΠΩΛΗΣΙΕΣ – ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ – ΚΑΤΑΔΙΚΗ ΣΕ ΔΗΛΩΣΗ ΒΟΥΛΗΣΕΩΣ 

Εκκρεμής υπόθεση του γραφείου μας.
Άρθρα 72, 478, 949 ΚΠολΔ, 189, 288, 795 ΑΚ.

– Καταδίκη σε δήλωση βουλήσεως. Προϋπόθεση είναι αφενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντος ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της.
– Η αγωγή καταδίκης σε δήλωση βούλησης μπορεί να ασκηθεί και πλαγιαστικά. Όταν η οφειλόμενη δήλωση βούλησης είναι απευθυντέα προς τον οφειλέτη του ενάγοντος, η κατά το άρθρο 189 ΑΚ αποδοχή της πρέπει να προέλθει από αυτόν. Αν ο οφειλέτης αρνείται να αποδεχθεί τη δήλωση του τρίτου, μπορεί να εξαναγκασθεί σε όμοια δήλωση αποδοχής με αγωγή από το άρθρο 949 ΚΠολΔ. Για να συμβεί όμως τούτο, θα πρέπει ο ενάγων να έχει ίδια και αυτοτελή αξίωση κατά του εναγομένου να αποδεχθεί τη δήλωση του τρίτου, η οποία, ελλείψει συμβατικής σχέσης, ιδρύεται όταν, κατά την απορρέουσα από το άρθρο 288 ΑΚ, αρχή της καλής πίστης, ο οφειλέτης υποχρεούται έναντι του δανειστού να συμπράξει στην κατάρτιση δικαιοπραξίας με τον τρίτο.
– Σε περίπτωση συγκυριότητας, κάθε συγκύριος έχει αξίωση να ζητήσει και συγχρόνως υποχρέωση να συμπράξει στη διανομή του κοινού πράγματος, αν δε αρνηθεί, η διανομή μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο. Οι κοινωνοί είναι αμοιβαίως δανειστές και οφειλέτες ως προς την αξίωση για λύση της κοινωνίας. Τέτοιος δεσμός όμως δεν γεννάται μεταξύ μιας μερίδας εκ των κοινωνών αφενός και εκείνων οι οποίοι, βάσει προσυμφώνου, έχουν αποκτήσει αξίωση εισόδου στην κοινωνία. Οι τελευταίοι ούτε νομιμοποιούνται να συμπράξουν στη λύση της, αφού δεν είναι ακόμη κοινωνοί, ούτε υποχρεούνται να καταστούν κοινωνοί, ώστε να νομιμοποιηθεί κατ’ αυτών το αίτημα διανομής, αφού η είσοδος τους στην κοινωνία συνιστά άσκηση δικαιώματος και όχι εκτέλεση υποχρέωσης, η οποία θα μπορούσε να εκβιασθεί με αγωγή.
…Κατά το άρθρο 949 ΚΠολΔ, «όταν κάποιος καταδικάζεται σε δήλωση βούλησης, η δήλωση αυτή θεωρείται ότι έγινε μόλις η απόφαση γίνει τελεσίδικη. Αν η καταδίκη σε δήλωση βούλησης εξαρτήθηκε από αντιπαροχή, η δήλωση βούλησης θεωρείται ότι έγινε από τη στιγμή που εκπληρώθηκε η αντιπαροχή ή επήλθε υπερημερία αποδοχής της». Με τη διάταξη αυτή θεσμοθετείται ειδικός τρόπος αναγκαστικής εκτέλεσης, η οποία επέρχεται κατά πλάσμα του νόμου από την τελεσιδικία της απόφασης που καταδικάζει σε δήλωση βούλησης τον οφειλέτη. Προϋπόθεση είναι αφενός μεν η ιδιότητα του ενάγοντος ως φορέα της αξίωσης να δεχθεί τη δήλωση αυτή και αφετέρου η ιδιότητα του εναγομένου ως οφειλέτη της. Η υποχρέωση του εναγομένου να δηλώσει τη βούλησή του προς τον ενάγοντα πρέπει να απορρέει είτε από δικαιοπραξία, την οποία ο νόμος εξοπλίζει με δεσμευτικότητα, είτε απευθείας από το νόμο.
Εξάλλου, όπως προκύπτει από το άρθρο 72 ΚΠολΔ, η αγωγή καταδίκης σε δήλωση βούλησης μπορεί να ασκηθεί και πλαγιαστικά. Έτσι, αν αδρανεί εκείνος προς τον οποίο είναι απευθυντέα η δήλωση βούλησης, ο δανειστής του μπορεί να ζητήσει δικαστική προστασία, ασκώντας τα δικαιώματα αυτού. Μπορεί, δηλαδή, να ζητήσει την καταδίκη του εναγομένου σε δήλωση βούλησης, αποδέκτης της οποίας είναι, όχι ο ενάγων, αλλά ο οφειλέτης του. Περαιτέρω, όταν η οφειλόμενη δήλωση βούλησης είναι απευθυντέα προς τον οφειλέτη του ενάγοντος, η κατά το άρθρο 189 ΑΚ αποδοχή της πρέπει να προέλθει από αυτόν. Αν ο οφειλέτης αρνείται να αποδεχθεί τη δήλωση του τρίτου, μπορεί να εξαναγκασθεί σε όμοια δήλωση αποδοχής με αγωγή από το άρθρο 949 ΚΠολΔ. Για να συμβεί όμως τούτο, θα πρέπει ο ενάγων να έχει ίδια και αυτοτελή αξίωση κατά του εναγομένου να αποδεχθεί τη δήλωση του τρίτου, η οποία, ελλείψει συμβατικής σχέσης, ιδρύεται όταν, κατά την απορρέουσα από το άρθρο 288 ΑΚ, αρχή της καλής πίστης, ο οφειλέτης υποχρεούται έναντι του δανειστού να συμπράξει στην κατάρτιση δικαιοπραξίας με τον τρίτο.
Τέλος, σε περίπτωση συγκυριότητας, κάθε συγκύριος έχει αξίωση να ζητήσει και συγχρόνως υποχρέωση να συμπράξει στη διανομή του κοινού πράγματος, αν δε αρνηθεί, η διανομή μπορεί να διαταχθεί από το δικαστήριο. Υπό την έννοια συνεπώς αυτή, οι κοινωνοί είναι αμοιβαίως δανειστές και οφειλέτες ως προς την αξίωση για λύση της κοινωνίας. Τέτοιος δεσμός όμως δεν γεννάται μεταξύ μιας μερίδας εκ των κοινωνών αφενός και εκείνων οι οποίοι, βάσει προσυμφώνου, έχουν αποκτήσει αξίωση εισόδου στην κοινωνία. Οι τελευταίοι ούτε νομιμοποιούνται να συμπράξουν στη λύση της, αφού δεν είναι ακόμη κοινωνοί, ούτε υποχρεούνται να καταστούν κοινωνοί, ώστε να νομιμοποιηθεί κατ’ αυτών το αίτημα διανομής, αφού η είσοδος τους στην κοινωνία συνιστά άσκηση δικαιώματος και όχι εκτέλεση υποχρέωσης, η οποία θα μπορούσε να εκβιασθεί με αγωγή.
ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑΣ 9-1-2015